μονοπλεύρως

μονοπλεύρως

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "μονοπλεύρως" в других словарях:

  • μονόπλευρος — η, ο (ΑΜ μονόπλευρος, ον) αυτός που έχει μία μόνο πλευρά νεοελλ. 1. μτφ. αυτός που γίνεται κατά μία μόνο πλευρά ή αυτός που ενεργεί εξετάζοντας μόνο τη μία πλευρά ενός θέματος, μονομερής μεροληπτικός 2. το αρσ. ως ουσ. ο μονόπλευρος σπάνιο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»